έτος

Χρονικό διάστημα το οποίο χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Κατά το διάστημα αυτής της περιφοράς, η Γη εκτελεί 366 ολόκληρες περιστροφές –και ένα μέρος– γύρω στον άξονά της. Αν λάβουμε υπόψη τις διαδοχικές εναλλαγές ημέρας και νύχτας, μπορούμε να ορίσουμε ότι έ. είναι το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει 366 ημερονύκτια και ένα κλάσμα του ημερονυκτίου. Στην πραγματικότητα όμως ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος κατά ένα ημερονύκτιο και η διαφορά αυτή προέρχεται από τον συνδυασμό των δύο κινήσεων της Γης: της περιστροφής γύρω από τον άξονά της και της περιφοράς της γύρω από τον Ήλιο. Για να γίνει νοητή η διαφορά αυτή πρέπει να παρακολουθήσουμε προσεκτικά το σχεδιάγραμμα πάνω στο οποίο σημειώνονται οι διάφορες θέσεις της Γης κατά τη διαδρομή της τροχιάς της. Από τη θέση I, στο σημείο Α επάνω στην επιφάνεια της Γης, ένας παρατηρητής βλέπει τον αστέρα Ε (που βρίσκεται σε άπειρη απόσταση από το ηλιακό μας σύστημα) επάνω στην ίδια ευθεία με τον Ήλιο (S). Η Γη ύστερα από ορισμένες περιστροφές βρίσκεται στη θέση II. Ο παρατηρητής βλέπει πάλι τον ίδιο αστέρα στην αυτή διεύθυνση, αλλά δεν βλέπει τον Ήλιο. Για να μπορέσει να τον δει πάλι στην ίδια θέση I (παραδείγματος χάριν Ζενίθ) πρέπει η Γη να περιστραφεί κατά μία γωνία ω. Κατά τον ίδιο τρόπο, σιγά-σιγά και ενώ η Γη διανύει την τροχιά της και έρχεται διαδοχικά στις θέσεις III, IV, V κλπ., η γωνιά ω μεγαλώνει ώσπου να λάβει την τιμή των 360° στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε. Με αυτόν τον τρόπο η Γη έχει συμπληρώσει μία περιστροφή επιπλέον, σχετικά με τον αριθμό των ημερών που μέτρησε ο παρατηρητής παρακολουθώντας τον Ήλιο να ανατέλλει και να δύει. Βλέπουμε λοιπόν, ότι το αστρονομικό έ. δεν συμπίπτει με τα πολιτικό, που για λόγους πρακτικής χρήσης και σκοπιμότητας πρέπει να εκφράζεται με ακέραιο αριθμό πλήρων ημερών. Επειδή το αστρονομικό έ. έχει 365 ημέρες και ένα τέταρτο της ημέρας, για τη διευθέτηση της διαφοράς, η απλούστερη λύση θα ήταν να θεωρήσουμε τρία συνεχή έ. με 365 ημέρες και το αμέσως τέταρτο με 366 (δίσεκτο έ.). Το αστρονομικό όμως έ. δεν έχει ακριβώς 365,25 ημέρες, αλλά 365,26. Επομένως, κάθε τέσσερα συνεχή έ. έχουμε έναν αριθμό ημερών 1461,04. Βλέπουμε πάλι ότι δεν έχουμε ακέραιο αριθμό ημερών και χρειάζεται τώρα να τακτοποιήσουμε και τα τέσσερα αυτά εκατοστά της ημέρας. Αν όμως προσέξουμε καλά τους υπολογισμούς μας, θα δούμε ότι η διάρκεια του έ. είναι 365,256360 ημέρες. Πρέπει ακόμα να λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές στην ταχύτητα της Γης κατά τη διαδρομή της τροχιάς της και τη μετάθεση του σημείου που επελέγη ως αφετηρία και πολλά άλλα. Γι’ αυτό βρέθηκε ότι είναι πρακτικά πιο ωφέλιμο να προσδιοριστεί ένας μέσος Ήλιος ο οποίος να βρίσκεται σε κάποια σχέση με τον αληθινό Ήλιο και στον οποίο να αναφερόμαστε. Έτσι έχουμε το τροπικό έ. που αποτελείται από 365,24220 μέσες ηλιακές ημέρες, το ανωμαλιστικό έ. από 365,2564 μέσες ηλιακές ημέρες και επίσης το αστρικό έ., που είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων του Ήλιου από το ίδιο σημείο της φαινόμενης τροχιάς, δηλαδή ο χρόνος που απαιτείται για να διαγράψει ο Ήλιος μία περιφέρεια κύκλου, όταν κινείται στην εκλειπτική. Το αστρικό έ. αποτελείται από 365,256360 μέσες ηλιακές ημέρες. Σήμερα, επειδή γνωρίζουμε με αρκετή ακρίβεια την κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο, μας είναι εύκολο να συσχετίσουμε τη διάρκεια του έ. αναφορικά με τον Ήλιο· στην αρχαιότητα όμως δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστεί και να υπολογιστεί η διάρκεια του έ. Αν για παράδειγμα θεωρούσαμε το έ. με 304 ημέρες (κατά τον Ρωμύλο) η πρώτη του έ. θα συνέπιπτε δύο μήνες νωρίτερα από την ορθή ημερομηνία στο πρώτο έ. και κατά τέσσερις μήνες στο επόμενο κ.ο.κ. Η ανάγκη της διόρθωσης προέκυψε πολύ γρήγορα και πρώτος ο Νουμάς Πομπίλιος εισήγαγε το έ. με διάρκεια 355 ημερών· αργότερα ο Ιούλιος Καίσαρ, κατά τις υποδείξεις του διάσημου Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, προσδιόρισε τη διάρκεια του έ. σε 365 ημέρες και 6 ώρες (365,25) και όρισε ότι τρία συνεχή έ. θα έχουν 365 ημέρες και το τέταρτο 366, για να συμψηφιστεί η διαφορά των 6 ωρών. Με τον τρόπο αυτόν επήλθε μια προσωρινή διευθέτηση, αλλά το πρόβλημα δεν μπορούσε να θεωρηθεί λυμένο. Αργότερα, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ εισήγαγε μια νέα μεταρρύθμιση που αποτέλεσε τη βάση του Γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο από το 1582 διατηρείται μέχρι σήμερα. Στο έ. δόθηκε διάρκεια 365,24222 ημέρες (δηλαδή 365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά, 51 δευτερόλεπτα) και ορίστηκε ότι τρία συνεχή έ. θα έχουν 365 ημέρες και το αμέσως τέταρτο 366 ημέρες. Επειδή με τον κανόνα αυτόν θα προέκυπτε μια διαφορά από 778 εκατοντάκις χιλιοστά της ημέρας επιπλέον ως προς το έ. των 365,25 ημερών (365,2500 – 365,24222 = 0,00778) η οποία αν αθροιστεί θα ανέλθει σε μία ολόκληρη ημέρα κάθε τέσσερις αιώνες, αποφασίστηκε να μη θεωρηθούν ως δίσεκτα 3 συνεχή αιώνια έ., αλλά μόνο το τέταρτο. Βλ. λ. ημερολόγιο. ETOΣ
* * *
το (ΑΜ ἔτος)
1. χρονική περίοδος που αντιστοιχεί προς το διάστημα μιας πλήρους περιφοράς τής Γης γύρω από τον Ήλιο
περίοδος 12 μηνών από την πρώτη Ιανουαρίου ώς το τέλος Δεκεμβρίου (κν. χρονιά, χρόνος) («ἤδη γὰρ νῡν μοι τόδ' ἐεικοστὸν ἔτος ἐστίν, ἐξ οὗ κεῑθεν ἔβην», Ομ. Ιλ.)
2. για ηλικία ανθρώπου (α. «οἱ ὑπὲρ τὰ στρατεύσιμα ἔτη γεγονότες», Ξεν.
β. «είναι δώδεκα ετών»)
νεοελλ.
1. χρόνος μιας πλήρους περιφοράς κάποιου πλανήτη γύρω από τον Ήλιο («έτος τού Διός»)
2. φρ. α) «αστρικό έτος» — ο χρόνος που χρειάζεται ο Ήλιος για να επιστρέψει στο ίδιο σημείο μετά τη φαινομένη ετήσια πορεία του ως προς το σύνολο τών άλλων αστέρων, ίσος με 365 μέρες, 6 ώρες, 9', 10")
β) «τροπικό έτος» — ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων τού ηλιακού κέντρου από το σημείο τής εαρινής ισημερίας, ίσος με 365 μέρες, 5 ώρες, 48', 46"
γ) «πολιτικό έτος» — το έτος που έχει οριστεί, κατά κοινωνική οικονομία, ίσο με 365 ακέραιες μέρες και ανά τετραετία από 366
δ) «οικονομικό έτος» — χρονική περίοδος από 1ης Απριλίου έως 31ης Μαρτίου τού επόμενου ημερολογιακού έτους, που περιλαμβάνει τις διοικητικές πράξεις και τα γεγονότα που σχετίζονται με τη διαχείριση τού δημόσιου χρήματος και την κίνηση τών οικονομικών τού κράτους
ε) «δίσεκτο ή βίσεκτο έτος» — τό έτος που ανά τετραετία αποτελείται από 366 μέρες
στ) «εμβόλιμο έτος» — τό έτος στο οποίο παρεμβαλλόταν ο εμβόλιμος μήνας τών αρχαίων
ζ) «έτος φωτός» — μονάδα μήκους που χρησιμοποιείται για τις αποστάσεις τών αστέρων και τών γαλαξιών στην αστρονομία
η) «ακαδημαϊκό ή πανεπιστημιακό, σχολικό έτος» — η περίοδος τών μαθημάτων τού πανεπιστημίου, τού σχολείου (περίπου από τον Σεπτέμβριο ώς τον Ιούλιο τού επόμενου έτους)
θ) «πολλά τα έτη, δέσποτα» — ως χαιρετισμός προς ιερέα
ι) «εις έτη πολλά» — ευχή για το νέο έτος ή για την ονομαστική γιορτή κάποιου
μσν.
φρ.
1. «νέον ἄγω τὸ ἔτος» — είμαι νέος
2. «τὰ κατ' ἔτος» — η ετήσια χορηγία
αρχ.
(για βασιλείς) η περίοδος από την ανάρρηση στον θρόνο, το βασιλικό έτος («τὸ πέμπτον ἔτος Δομιτιανοῡ»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ τ. *wetes- «έτος». Συνδέεται με το αλβ. vit «έτος», πιθ. με το λατ. vetus «παλαιός», το μεσ.-σαπ. ata-vetes (=αυτόετες;) «στο ίδιο έτος», το χεττ. šav-itiš-t «βρέφος» και το αρχ. ινδ. tri-vats-a «τριετής». Στο αρχ. ελλ. έταλον «ζώο ενός έτους» αντιστοιχούν το λατ. vitulus «μοσχαράκι» και το ουμβρ. vitluf «μοσχαράκι». Κοινής προελεύσεως θ. έχουν και τα αρχ. ελλ. νέωτα, οιετέας, πέρυσι, σήτες βλ. λ.. Η λ. έτος ως β' συνθετικό απαντά στους τύπους -ετής και -έτης. Από τον τελευταίο διά συναιρέσεως με το ληκτικό φωνήεν τού α' συνθετικού προέκυψαν τ. σε -ούτης.
ΠΑΡ. ετήσιος
αρχ.
έτειος, έταλον.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό, -ετής) δεκαετής, διετής, εξαετής, πεντηκονταετής, τετραετής, τριακονταετής, χιλιετής
αρχ.
αμφιετής, αυτοετής, επιετής ισοετής, καλοετής, μυριετής, παλαιετής, πεντεκαιδεκαετής, τετρακαιδεκαετής, τοσαετής
νεοελλ.
δευτεροετής, μονοετής, ολιγοετής, πρωτοετής, τριτοετής κ.ά. (Β' συνθετικό, -έτης) δεκαέτης, εξαέτης, επταέτης
αρχ.
διέτης, εικοσέτης, ημιέτης, ολιγοέτης, ομοέτης, πεντέτης, τεσσαρεσκαιδεκέτης, τετρακαιδεκέτης, τριέτης, υπερεξηκοντέτης, χιλιέτης. (Β' συνθετικό, -ούτης), εβδομηκοντούτης ενενηκοντούτης, εξηκοντούτης, πεντηκοντούτης, ογδοηκοντούτης, τεσσαρακοντούτης, τριακοντούτης υπερεξηκοντούτης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐτός — without reason indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτός — sent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔτος — year neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετός — Χρονικό διάστημα το οποίο χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο. Κατά το διάστημα αυτής της περιφοράς, η Γη εκτελεί 366 ολόκληρες περιστροφές –και ένα μέρος– γύρω στον άξονά της. Αν λάβουμε υπόψη τις διαδοχικές… …   Dictionary of Greek

  • έτος — το 1. χρονική διάρκεια 365 366 ημερών, αλλ. χρόνος, χρονιά. 2. περίοδος εργασίας: Διδακτικό έτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έτος — [этос] ουσ. о. год …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έτος φωτός — Μονάδα μέτρησης, που χρησιμοποιείται στην αστρονομία για τις αποστάσεις των αστέρων, για vα αποφευχθεί η χρήση αριθμών της τάξης των δισεκατομμυρίων και πλέον. Στην πραγματικότητα, το έ.φ. παριστάνει την απόσταση που διανύει το φως σε χρονικό… …   Dictionary of Greek

  • καθ' έτος — καθ ἔτος (Α) αντί κατ ἔτος, με δάσυνση τού τ. πρβλ. εφέτος, δωδεχέτης κ.ά …   Dictionary of Greek

  • Διεθνές Γεωφυσικό Έτος — (ΔΓΕ). Χρονική περίοδος στη διάρκεια της οποίας επιστήμονες από πολλά κράτη, ειδικοί στη μελέτη της Γης και των φαινομένων που την αφορούν άμεσα, διεξήγαγαν ένα πρόγραμμα ερευνών και μελετών που είχε συμφωνηθεί και οργανωθεί εκ των προτέρων. Η… …   Dictionary of Greek

  • λειτουργικό έτος — το литургический год – богослужебный круг, состоящий из 365 дней, включающий в себя господские, богородичные и другие святые праздники. Литургический год в Православной Церкви начинается с 1 Сентября и заканчивается 31 Августа. Начало… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.